γλάρος
Ορισμοί
- θαλασσινό πουλί
- ανδρικό επώνυμο
Ισοδύναμα
40 more languages
العربيةنورس
Българскичайка
Catalàgavina
Cymraeggwylan y gweunydd
Danskstormmåge
Ελληνικάγλαροπούλι
Esperantomevo
Eestikalakajakas
Gaeilgefaoileán
עבריתשחף
Íslenskastormmáfur
Italianogavina
Kurdîkiras
Latinalarus
Lietuviųkiras
Maltigawwija sekonda
Românăpescăruș sur
Svenskafiskmås
中文海鷗
繁體中文海鷗
Παραδείγματα
“※ Κοντή, νευρώδης καί μελαχρινή, μέ γαμψή μύτη, ἔκφυλο στόμα μέ ἀνοικονόμητες χειλάρες καί πράσινα γλαρά μάτια (Χρήστος Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί. Μυθιστόρημα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1993, σελ. 55)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free