Meaning of γκονγκ | Babel Free
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- μεταλλικό κρουστό όργανο, αποτελούμενο από κρεμαστό δίσκο που χτυπιέται με επενδεδυμένο σφυρί και παράγει βαθύ, διαρκή ήχο, χρησιμοποιούμενο τόσο στη μουσική όσο και ως ηχητικό σήμα εκδηλώσεων
Ισοδύναμα
English
gong
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.