Meaning of γεώδης | Babel Free
/ʝeˈo.ðis/Ορισμοί
- που είναι όμοιος με γη ή έχει το χρώμα της γης, του χώματος
- που αποτελείται από γη / χώμα ή προέρχεται απ' αυτά
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.