HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γανιάζω | Babel Free

Verb CEFR B1
/ɣaˈɲa.zo/

Ορισμοί

  1. αποκτώ γάνα, μαυρίζω
  2. υποφέρω
    figuratively
  3. αφυδατώνομαι

Παραδείγματα

“※ Το στόμα της Τασώς είχε γανιάσει ν’ απαντά στις ερωτήσεις μου όσο γυρίζαμε στα αξιοθέατα, ενώ η μαμά έτρεχε με τον δικηγόρο μας στις δουλειές της. (Τάσος Αθανασιάδης (2002) Τα παιδιά της Νιόβης)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γανιάζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course