Meaning of γανιάζω | Babel Free
/ɣaˈɲa.zo/Ορισμοί
- αποκτώ γάνα, μαυρίζω
-
υποφέρω figuratively
- αφυδατώνομαι
Παραδείγματα
“※ Το στόμα της Τασώς είχε γανιάσει ν’ απαντά στις ερωτήσεις μου όσο γυρίζαμε στα αξιοθέατα, ενώ η μαμά έτρεχε με τον δικηγόρο μας στις δουλειές της. (Τάσος Αθανασιάδης (2002) Τα παιδιά της Νιόβης)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.