Σημασία του γαμψός | Babel Free
ɣamˈpsosΟρισμοί
κυρτός και οξύς (μυτερός ή αιχμηρός)
Ισοδύναμα
Català
ganxut
Suomi
koukkuinen
koukkumainen
koukkumainen
koukkupäinen
koukkuun
koukussa
koukussa
nalkissa
nalkkiin
riippuvainen
väkäsellinen
Bahasa Indonesia
bercangkuk
Latviešu
līks
Svenska
biten
Türkçe
tutkun
Παραδείγματα
“※ Ήταν μια καλαματιανή «μυστακοφόρος» κοντόχοντρη γεροντοκόρη, με γαμψή μύτη και μυωπικά γυαλιά σαν πατομπούκαλα (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
“※ Κοντή, νευρώδης καί μελαχρινή, μέ γαμψή μύτη, ἔκφυλο στόμα μέ ἀνοικονόμητες χειλάρες καί πράσινα γλαρά μάτια (Χρήστος Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί. Μυθιστόρημα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1993, σελ. 55)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free