Meaning of γαμψός | Babel Free
/ɣamˈpsos/Ορισμοί
κυρτός και οξύς (μυτερός ή αιχμηρός)
Παραδείγματα
“※ Ήταν μια καλαματιανή «μυστακοφόρος» κοντόχοντρη γεροντοκόρη, με γαμψή μύτη και μυωπικά γυαλιά σαν πατομπούκαλα (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
“※ Κοντή, νευρώδης καί μελαχρινή, μέ γαμψή μύτη, ἔκφυλο στόμα μέ ἀνοικονόμητες χειλάρες καί πράσινα γλαρά μάτια (Χρήστος Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί. Μυθιστόρημα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1993, σελ. 55)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.