Meaning of γαλαρία | Babel Free
Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλάρι accusative, nominative, plural, vocative
- η στοά υπόγεια, τούνελ σε ορυχεία ή γενικά κάτω από τη γη, όμως συνηθως για τεχνητό έργο με ξύλινη υποστήριξη και όχι για φυσικό υπόγειο διάδρομο
-
ο εξώστης σε θέατρο (με φτηνότερο εισιτήριο και συνήθως πιο φασαριόζικο κοινό) figuratively
-
η ομάδα που αποδοκιμάζει από το βάθος ή από κάπου ψηλά ή που συμπεριφέρεται σαν γαλαρία, ομαδικά, ανεξαρτήτως θέσεως figuratively
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.