γαζέλα
Ορισμοί
- αντιλόπη του γένους Gazella· ζει κυρίως στην Αφρική και είναι γνωστή για τη μεγάλη ταχύτητα και αντοχή της στο τρέξιμο
- είδος ερωτικού ποιήματος στην τουρκική και περσική λογοτεχνία που αποτελείται συνήθως από πέντε ή επτά δίστιχα
- γυναικείο επώνυμο
-
χαρακτηρισμός γυναίκας λεπτής, ευκίνητης, με χάρη figuratively
-
μικρομεσαία επιχείρηση που αναπτύσσεται αλματωδώς figuratively
Ισοδύναμα
50 more languages
বাংলাগজল
Catalàgasela
Češtinagazela
Cymraeggafrewig
Esperantogazelo
Suomigaselli
Gaeilgegasail
ગુજરાતીગઝલ
עבריתצבי
हिन्दीग़ज़ल
Magyargazella
Հայերենվիթ
Bahasa Indonesiagazal
Italianogazzella
ქართულიქურციკი
한국어가젤
Kurdîceyran
Lingálambólókó
Македонскигазела
Монголзээр
Maltigħażżiel
Nederlandsgazelle
ਪੰਜਾਬੀਗ਼ਜ਼ਲ
Polskigazela
Românăgazela
Slovenčinagazela
Svenskagasell
தமிழ்விண்மீன்
తెలుగుగజల్
Тоҷикӣғазал
ไทยละมั่ง
Tagaloggasela
ئۇيغۇرچەغەزەل
اردوغزل
O'zbekchagʻazal
Tiếng Việtlinh dương
Yorùbáagbọnrin
Παραδείγματα
“※ Ὤ, σὺ γαζέλα ἀπʼ τὶς γαζέλες τῆς Ὺεμένης Δίχως νὰ δώσεις γρόσι μʼ ἔκανες σκλάβο σου.”
“※ Ἦταν λεπτή καί μονοκόκαλη σά γαζέλα. Μοῦ χάιδεψε τόν περτσέ. Μέ κράτησε ἀπʼ τό μπράτσο σφιχτά: «Ἔλα νά σοῦ δώσω ἕνα σεκερλεμέ», μοῦ εἶπε ψιθυριστά.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free