Σημασία του γαζέλα | Babel Free
ɣaˈze.laΟρισμοί
- αντιλόπη του γένους Gazella· ζει κυρίως στην Αφρική και είναι γνωστή για τη μεγάλη ταχύτητα και αντοχή της στο τρέξιμο
- είδος ερωτικού ποιήματος στην τουρκική και περσική λογοτεχνία που αποτελείται συνήθως από πέντε ή επτά δίστιχα
- γυναικείο επώνυμο
-
χαρακτηρισμός γυναίκας λεπτής, ευκίνητης, με χάρη figuratively
-
μικρομεσαία επιχείρηση που αναπτύσσεται αλματωδώς figuratively
Ισοδύναμα
বাংলা
গজল
Català
gasela
Čeština
gazela
Cymraeg
gafrewig
Esperanto
gazelo
Suomi
gaselli
Gaeilge
gasail
ગુજરાતી
ગઝલ
עברית
צבי
हिन्दी
ग़ज़ल
Magyar
gazella
Հայերեն
վիթ
Bahasa Indonesia
gazal
Italiano
gazzella
ქართული
ქურციკი
한국어
가젤
Kurdî
ceyran
Lingála
mbólókó
Македонски
газела
Монгол
зээр
Malti
għażżiel
Nederlands
gazelle
ਪੰਜਾਬੀ
ਗ਼ਜ਼ਲ
Polski
gazela
Română
gazela
Slovenčina
gazela
Svenska
gasell
தமிழ்
விண்மீன்
తెలుగు
గజల్
Тоҷикӣ
ғазал
ไทย
ละมั่ง
Tagalog
gasela
ئۇيغۇرچە
غەزەل
اردو
غزل
Oʻzbekcha
gʻazal
Tiếng Việt
linh dương
Yorùbá
agbọnrin
Παραδείγματα
“※ Ὤ, σὺ γαζέλα ἀπʼ τὶς γαζέλες τῆς Ὺεμένης Δίχως νὰ δώσεις γρόσι μʼ ἔκανες σκλάβο σου.”
“※ Ἦταν λεπτή καί μονοκόκαλη σά γαζέλα. Μοῦ χάιδεψε τόν περτσέ. Μέ κράτησε ἀπʼ τό μπράτσο σφιχτά: «Ἔλα νά σοῦ δώσω ἕνα σεκερλεμέ», μοῦ εἶπε ψιθυριστά.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free