Meaning of γαζέλα | Babel Free
/ɣaˈze.la/Ορισμοί
- αντιλόπη του γένους Gazella· ζει κυρίως στην Αφρική και είναι γνωστή για τη μεγάλη ταχύτητα και αντοχή της στο τρέξιμο
- είδος ερωτικού ποιήματος στην τουρκική και περσική λογοτεχνία που αποτελείται συνήθως από πέντε ή επτά δίστιχα
- γυναικείο επώνυμο
-
χαρακτηρισμός γυναίκας λεπτής, ευκίνητης, με χάρη figuratively
-
μικρομεσαία επιχείρηση που αναπτύσσεται αλματωδώς figuratively
Παραδείγματα
“※ Ὤ, σὺ γαζέλα ἀπʼ τὶς γαζέλες τῆς Ὺεμένης Δίχως νὰ δώσεις γρόσι μʼ ἔκανες σκλάβο σου.”
“※ Ἦταν λεπτή καί μονοκόκαλη σά γαζέλα. Μοῦ χάιδεψε τόν περτσέ. Μέ κράτησε ἀπʼ τό μπράτσο σφιχτά: «Ἔλα νά σοῦ δώσω ἕνα σεκερλεμέ», μοῦ εἶπε ψιθυριστά.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.