HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του γαζέλα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ɣaˈze.la

Ορισμοί

  1. αντιλόπη του γένους Gazella· ζει κυρίως στην Αφρική και είναι γνωστή για τη μεγάλη ταχύτητα και αντοχή της στο τρέξιμο
  2. είδος ερωτικού ποιήματος στην τουρκική και περσική λογοτεχνία που αποτελείται συνήθως από πέντε ή επτά δίστιχα
  3. γυναικείο επώνυμο
  4. χαρακτηρισμός γυναίκας λεπτής, ευκίνητης, με χάρη
    figuratively
  5. μικρομεσαία επιχείρηση που αναπτύσσεται αλματωδώς
    figuratively

Ισοδύναμα

العربية ظبي غزال غزل غزل غزل
Azərbaycanca ceyran qəzəl
বাংলা গজল
Bosanski gazela газела
Català gasela
Čeština gazela
Cymraeg gafrewig
Deutsch Gasel Gazelle Ghasel
English Gazelle ghazal
Esperanto gazelo
Español gacela gazal ghazal
فارسی آهو غزال
Suomi gaselli
Français gazelle ghazal ghazel
Gaeilge gasail
ગુજરાતી ગઝલ
עברית צבי
हिन्दी ग़ज़ल
Hrvatski gazela газела
Magyar gazella
Հայերեն վիթ
Bahasa Indonesia gazal
Italiano gazzella
日本語 かざる ガゼル
ქართული ქურციკი
한국어 가젤
Kurdî ceyran
Latina dorcas oryx
Lingála mbólókó
Македонски газела
Монгол зээр
Malti għażżiel
Nederlands gazelle
ਪੰਜਾਬੀ ਗ਼ਜ਼ਲ
Polski gazela
Português gazal gazel gazela
Română gazela
Slovenčina gazela
Српски gazela газела
Svenska gasell
Kiswahili swala swara
தமிழ் விண்மீன்
తెలుగు గజల్
Тоҷикӣ ғазал
ไทย ละมั่ง
Tagalog gasela
Türkçe ceylan gazel
ئۇيغۇرچە غەزەل
اردو غزل
Oʻzbekcha gʻazal
Tiếng Việt linh dương
Yorùbá agbọnrin

Παραδείγματα

“※ Ὤ, σὺ γαζέλα ἀπʼ τὶς γαζέλες τῆς Ὺεμένης Δίχως νὰ δώσεις γρόσι μʼ ἔκανες σκλάβο σου.”
“※ Ἦταν λεπτή καί μονοκόκαλη σά γαζέλα. Μοῦ χάιδεψε τόν περτσέ. Μέ κράτησε ἀπʼ τό μπράτσο σφιχτά: «Ἔλα νά σοῦ δώσω ἕνα σεκερλεμέ», μοῦ εἶπε ψιθυριστά.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γαζέλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free