HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γέρικος

Επίθετο CEFR B1

Ορισμοί

  1. που ανήκει ή αναφέρεται σε έναν ηλικιωμένο · που έχει πια γεράσει
  2. που είναι μεγάλης ηλικίας (για ζώα)
  3. παλιός και με όσα προβλήματα συνεπάγεται αυτό
    figuratively

Ισοδύναμα

Englishancientold
Españolviejo
Françaisvieux
28 more languages
Българскистар
Catalàvell
Češtinastarý
Cymraeghen
Danskgammel
DeutschAlt
Esperantomalnova
Eestivana
Suomivanha
Gaeilgeseanséan
Hrvatskistar
Magyarrégi
Íslenskagamall
Latinavetus
Lietuviųsenas
Latviešusens
Nederlandsoud
Polskistary
Portuguêsvelho
Românăvechi
Русскийстарый
Slovenčinastarý
Slovenščinastar
Српскистар
Svenskagammal
Türkçeyaşlı
Українськастари́йстарий

Παραδείγματα

“Είπε, κι' ο νους του σάστισε του γέρου απ' την τρομάρα, κι' όρθιες στο γέρικο κορμί τ' ασκώθηκαν οι τρίχες (Αλ. Πάλλη, Μετάφραση της Ιλιάδας, Ω 358-359)”
“ένα γέρικο σκυλί”
“ένα γέρικο αυτοκίνητο”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γέρικος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free