HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γέρικος | Babel Free

Adjective CEFR B1

Ορισμοί

  1. που ανήκει ή αναφέρεται σε έναν ηλικιωμένο · που έχει πια γεράσει
  2. που είναι μεγάλης ηλικίας (για ζώα)
  3. παλιός και με όσα προβλήματα συνεπάγεται αυτό
    figuratively

Παραδείγματα

“Είπε, κι' ο νους του σάστισε του γέρου απ' την τρομάρα, κι' όρθιες στο γέρικο κορμί τ' ασκώθηκαν οι τρίχες (Αλ. Πάλλη, Μετάφραση της Ιλιάδας, Ω 358-359)”
“ένα γέρικο σκυλί”
“ένα γέρικο αυτοκίνητο”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γέρικος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course