Meaning of γέρικος | Babel Free
Ορισμοί
- που ανήκει ή αναφέρεται σε έναν ηλικιωμένο · που έχει πια γεράσει
- που είναι μεγάλης ηλικίας (για ζώα)
-
παλιός και με όσα προβλήματα συνεπάγεται αυτό figuratively
Παραδείγματα
“Είπε, κι' ο νους του σάστισε του γέρου απ' την τρομάρα, κι' όρθιες στο γέρικο κορμί τ' ασκώθηκαν οι τρίχες (Αλ. Πάλλη, Μετάφραση της Ιλιάδας, Ω 358-359)”
“ένα γέρικο σκυλί”
“ένα γέρικο αυτοκίνητο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.