HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του γέρικο | Babel Free

Επίθετο CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. αιτιατική ενικού του γέρικος
    accusative, singular
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γέρικος
    accusative, neuter, nominative, singular, vocative

Παραδείγματα

“Το γέρικο άλογο δεν μπορούσε πια να τρέξει.”

The old horse could no longer run.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γέρικο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free