Meaning of βόδι | Babel Free
/ˈvo.ði/Ορισμοί
- μηρυκαστικό κατοικίδιο ζώο μεγάλου μεγέθους που εκτρέφεται για το κρέας ή/και το γάλα του. Σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνταν στις αγροτικές εργασίες
- το αρσενικό βόδι που ευνουχίστηκε σε νεαρή ηλικία με σκοπό την καλύτερη πάχυνση κι εργασία
-
ο δυσκίνητος και νωθρός άνθρωπος, που, λόγω της μεγάλης σωματικής του διάπλασης, δε χαρακτηρίζεται από σβελτάδα figuratively
-
, (μειωτικά) ο ευτραφής figuratively
-
ο άξεστος, ο αγενής, ο αδιάκριτος figuratively
-
ο βραδύνους, ο ανόητος, ο βλάκας figuratively
Παραδείγματα
“το αρσενικό ονομάζεται ταύρος”
“το θηλυκό ονομάζεται αγελάδα”
“το νεαρό βόδι ονομάζεται μοσχάρι, δαμάλι”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.