Σημασία του βόδι | Babel Free
ˈvo.ðiΟρισμοί
- μηρυκαστικό κατοικίδιο ζώο μεγάλου μεγέθους που εκτρέφεται για το κρέας ή/και το γάλα του. Σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνταν στις αγροτικές εργασίες
- το αρσενικό βόδι που ευνουχίστηκε σε νεαρή ηλικία με σκοπό την καλύτερη πάχυνση κι εργασία
-
ο δυσκίνητος και νωθρός άνθρωπος, που, λόγω της μεγάλης σωματικής του διάπλασης, δε χαρακτηρίζεται από σβελτάδα figuratively
-
, (μειωτικά) ο ευτραφής figuratively
-
ο άξεστος, ο αγενής, ο αδιάκριτος figuratively
-
ο βραδύνους, ο ανόητος, ο βλάκας figuratively
Ισοδύναμα
Afrikaans
os
Azərbaycanca
öküz
Беларуская
вол
Български
вол
བོད་སྐད
གླང
Català
bou
Čeština
vůl
Cymraeg
ych
Español
buey
Eesti
härg
Euskara
idi
Suomi
härkä
Galego
boi
עברית
שור
हिन्दी
बैल
Magyar
ókor
Հայերեն
եզ
Bahasa Indonesia
lembu
Íslenska
uxi
Italiano
bue
Қазақша
өгіз
Кыргызча
өгүз
Latina
bos
Lietuvių
jautis
Latviešu
vērsis
Монгол
шар
Malti
gendus
Nederlands
os
Polski
wół
Português
boi
Română
bou
Русский
вол
Slovenčina
vôl
Slovenščina
vol
Svenska
oxe
ትግርኛ
ብዕራይ
Türkmençe
öküz
Türkçe
öküz
Українська
віл
اردو
بیل
Παραδείγματα
“το αρσενικό ονομάζεται ταύρος”
“το θηλυκό ονομάζεται αγελάδα”
“το νεαρό βόδι ονομάζεται μοσχάρι, δαμάλι”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free