HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βόδι | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈvo.ði/

Ορισμοί

  1. μηρυκαστικό κατοικίδιο ζώο μεγάλου μεγέθους που εκτρέφεται για το κρέας ή/και το γάλα του. Σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνταν στις αγροτικές εργασίες
  2. το αρσενικό βόδι που ευνουχίστηκε σε νεαρή ηλικία με σκοπό την καλύτερη πάχυνση κι εργασία
  3. ο δυσκίνητος και νωθρός άνθρωπος, που, λόγω της μεγάλης σωματικής του διάπλασης, δε χαρακτηρίζεται από σβελτάδα
    figuratively
  4. , (μειωτικά) ο ευτραφής
    figuratively
  5. ο άξεστος, ο αγενής, ο αδιάκριτος
    figuratively
  6. ο βραδύνους, ο ανόητος, ο βλάκας
    figuratively

Ισοδύναμα

English bull Ox

Παραδείγματα

“το αρσενικό ονομάζεται ταύρος”
“το θηλυκό ονομάζεται αγελάδα”
“το νεαρό βόδι ονομάζεται μοσχάρι, δαμάλι”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βόδι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course