βόδι
Ορισμοί
- μηρυκαστικό κατοικίδιο ζώο μεγάλου μεγέθους που εκτρέφεται για το κρέας ή/και το γάλα του. Σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνταν στις αγροτικές εργασίες
- το αρσενικό βόδι που ευνουχίστηκε σε νεαρή ηλικία με σκοπό την καλύτερη πάχυνση κι εργασία
-
ο δυσκίνητος και νωθρός άνθρωπος, που, λόγω της μεγάλης σωματικής του διάπλασης, δε χαρακτηρίζεται από σβελτάδα figuratively
-
, (μειωτικά) ο ευτραφής figuratively
-
ο άξεστος, ο αγενής, ο αδιάκριτος figuratively
-
ο βραδύνους, ο ανόητος, ο βλάκας figuratively
Ισοδύναμα
44 more languages
Afrikaansos
Azərbaycan diliöküz
Беларускаявол
Българскивол
བོད་སྐད།གླང
Catalàbou
Češtinavůl
Cymraegych
Eestihärg
Euskaraidi
Suomihärkä
Galegoboi
עבריתשור
हिन्दीबैल
Magyarókor
Հայերենեզ
Bahasa Indonesialembu
Íslenskauxi
Italianobue
Қазақ тіліөгіз
Кыргызчаөгүз
Latinabos
Lietuviųjautis
Latviešuvērsis
Монголшар
Maltigendus
Nederlandsos
Polskiwół
Portuguêsboi
Românăbou
Русскийвол
Slovenčinavôl
Slovenščinavol
Svenskaoxe
ትግርኛብዕራይ
Türkmençeöküz
Türkçeöküz
Українськавіл
اردوبیل
Παραδείγματα
“το αρσενικό ονομάζεται ταύρος”
“το θηλυκό ονομάζεται αγελάδα”
“το νεαρό βόδι ονομάζεται μοσχάρι, δαμάλι”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free