HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βιολογικός

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Specialized
vi.o.lo.ʝiˈkos

Ορισμοί

  1. σχετικός με τη βιολογία
  2. που καλλιεργείται χωρίς τη χρήση συνθετικών χημικών (εντομοκτόνων, ζιζανιοκτόνων, κλπ.), την προσθήκη ορμονών, και τη γενετική τροποποίηση

Ισοδύναμα

46 more languages
Azərbaycan dilibiolojidoğma
Българскибиологичен
Catalàbiològic
Cymraegbiolegol
Ελληνικάοργανικός
Esperantobiologia
עבריתאורגני
Bahasa Indonesiabiologishayatikandung
ქართულიბიოლოგიური
Қазақ тілібиологиялық
한국어생물학의
Kurdîorganîk
Lëtzebuergeschbiologesch
Latviešubioloģisks
मराठीजैविक
Portuguêsbiológico
Românăbiologic
Kiswahilikibiolojia
中文有機
繁體中文有機

Παραδείγματα

“Ο πατέρας μου είναι βιολογικός επιστήμονας.”

My father is a biological scientist.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βιολογικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free