HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

οργανικός

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
oɾ.ɣa.niˈkos

Ορισμοί

  1. που αναφέρεται ή έχει σχέση με τα όργανα του σώματος
  2. που περιέχει ή αναφέρεται στον άνθρακα
  3. βιολογικός, που γίνεται κατά κανόνα με σχετικά φυσικά μέσα
  4. που αποτελεί βασικό ή θεμελιώδες στοιχείο ενός συνόλου
  5. που εκτελείται από μουσικά όργανα, σε αντιδιαστολή με το φωνητικός (από ανθρώπινες φωνές)

Ισοδύναμα

35 more languages
العربيةعضوي
Беларускаятворны
Galegoorgánico
עבריתאורגני
Հայերենգործիական
Bahasa Indonesiainstrumental
한국어기악
Kurdîorganîk
Latviešubioloģisks
Portuguêsinstrumental
Slovenščinainstrumentalen
Tiếng Việtđi bộhữu cơ
繁體中文工具格有機

Παραδείγματα

“οργανική χημεία”

organic chemistry

“οργανική διαταραχή”

organic disorder

“οργανική διαταραχή (ενός οργάνου του σώματος)”
“οργανικές ενώσεις είναι οι ενώσεις του άνθρακα”
“η Οργανική Χημεία είναι ένας από τους δύο μεγάλους κλάδους της Χημείας και μελετά τον άνθρακα και τις ενώσεις του
“οργανική καλλιέργεια: γεωργία που γίνεται με φυσικά μέσα, χωρίς χημικά λιπάσματα και παρασιτοκτόνα”
“οργανική κτηνοτροφία: κτηνοτροφία που γίνεται χωρίς αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών ή άλλων φαρμάκων, και τα ζώα τρέφονται με τις φυσικές τους τροφές”
“οργανική και φωνητική μουσική - οργανικό σύνολο”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη οργανικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free