Meaning of βεντούζα | Babel Free
Ορισμοί
- γυάλινο δοχείο που χρησιμοποιείται για να θερμαίνεται και να προσκολλάται στις πλάτες ασθενών με θεραπευτικό σκοπό
- η διαδικασία χρησιμοποίησης τέτοιων (1) δοχείων (κατά κανόνα στον πληθυντικό : κάνω, κόβω, ρίχνω βεντούζες)
- γενικά κάθε ελαστικό αντικείμενο με ιδιαίτερο σχήμα που προσκολλάται σε επίπεδες επιφάνειες λόγω έλλειψης αέρα
- εργαλείο για μετακίνηση τζαμιών ή άλλων μεγάλων επίπεδων επιφανειών
- εργαλείο για απόφραξη υδραυλικών εγκαταστάσεων· μυζητικό αποφρακτικό αποχέτευσης
- όργανο μερικών ζώων που χρησιμοποιείται για προσκόλληση
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.