HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βεντούζα | Babel Free

Noun feminine CEFR B2

Ορισμοί

  1. γυάλινο δοχείο που χρησιμοποιείται για να θερμαίνεται και να προσκολλάται στις πλάτες ασθενών με θεραπευτικό σκοπό
  2. η διαδικασία χρησιμοποίησης τέτοιων (1) δοχείων (κατά κανόνα στον πληθυντικό : κάνω, κόβω, ρίχνω βεντούζες)
  3. γενικά κάθε ελαστικό αντικείμενο με ιδιαίτερο σχήμα που προσκολλάται σε επίπεδες επιφάνειες λόγω έλλειψης αέρα
  4. εργαλείο για μετακίνηση τζαμιών ή άλλων μεγάλων επίπεδων επιφανειών
  5. εργαλείο για απόφραξη υδραυλικών εγκαταστάσεων· μυζητικό αποφρακτικό αποχέτευσης
  6. όργανο μερικών ζώων που χρησιμοποιείται για προσκόλληση

Ισοδύναμα

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βεντούζα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course