Meaning of βασίλεια | Babel Free
/va.siˈli.a/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- το αξίωμα του βασιλιά
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασίλειο accusative, nominative, plural, vocative
- χωριό της Κύπρου στο κατεχόμενο από τους Τούρκους τμήμα της (Επαρχία Κερύνειας) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
- γυναικείο όνομα, θηλυκό του Βασίλειος
- πόλη της Ελβετίας κοντά στα σύνορα με τη Γερμανία και τη Γαλλία
- το πολίτευμα στο οποίο την εξουσία έχει ο βασιλιάς
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Βασιλείας)
- το διάστημα κατά το οποίο κάποιος είναι βασιλιάς
-
η κυριαρχία, η ακμή ενός φαινομένου, ρεύματος κλπ figuratively
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.