Meaning of Αψηφιά | Babel Free
/a.psiˈfça/Ορισμοί
- νησίδα της Ελλάδας, στον Κορινθιακό κόλπο
-
άλλη μορφή του αψιθιά literary
Παραδείγματα
“※ Μυστικό με ζει σ’ άφεγγο ογρό κατώι | πρόσωπο που πια δεν κλαίει, απελπισμένο, | αλοή, αψηφιά, σαράκι, και με τρώει, | κάτι που ιλαρά κοιτώντας με, πεθαίνω”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.