HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Αψηφιά | Babel Free

Noun CEFR B1
/a.psiˈfça/

Ορισμοί

  1. νησίδα της Ελλάδας, στον Κορινθιακό κόλπο
  2. άλλη μορφή του αψιθιά
    literary

Παραδείγματα

“※ Μυστικό με ζει σ’ άφεγγο ογρό κατώι | πρόσωπο που πια δεν κλαίει, απελπισμένο, | αλοή, αψηφιά, σαράκι, και με τρώει, | κάτι που ιλαρά κοιτώντας με, πεθαίνω”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Αψηφιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course