ατυχώ
Ορισμοί
αποτυγχάνω επειδή ήμουν άτυχος
Παραδείγματα
“Ατύχησε ο Αστέρας Τρίπολης με τη πορτογαλική Μαρίτιμο (0-0). Δοκάρι στο 72' για την ομάδα της Αρκαδίας. (ᾳπό την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 09/08/2012)”
“ατύχησε στον πρώτο της γάμο”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free