ασυνέπεια
Ορισμοί
- το να είναι κάποιος ασυνεπής, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του ασυνεπούς
- ανακολουθία, λογική ανακολουθία· μία τήρηση κανόνα ή άλλης λογικής ρουτίνας/μεθοδολογίας/κανονικότητας
Ισοδύναμα
22 more languages
Catalàinconsistència
Češtinanesoulad
Esperantomalakordo
Suomiepäjohdonmukaisuus
Bahasa Indonesiainkonsistensi
한국어배치
Latinainconvenientia
Bahasa Melayukesenjangan
Portuguêsinconsistência
Românăinconsistență
中文矛盾
繁體中文矛盾
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free