Σημασία του ασήκωτος | Babel Free
aˈsi.ko.tosΙσοδύναμα
Ελληνικά
αβάσταχτος
αδιασαφήνιστος
αδιασάφητος
ανεξόφλητος
ανταγιάντιστος
αφόρητος
αχώνευτος
παχύς
παχύσαρκος
παχύσωμος
πρόσβαρος
υπέρβαρος
Español
sobrepeso
עברית
איום
हिन्दी
दूभर
Latviešu
resns
Português
gordo
Türkçe
dayanılmaz
Українська
тучний
Παραδείγματα
“ασήκωτος καημός”
an unbearable heartache
“Το τραπέζι είναι ακόμα ασήκωτο.”
The table is not cleared yet.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free