HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ασέλγεια

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
aˈselʝia

Ορισμοί

συμπεριφορά που αποσκοπεί στην επίτευξη σεξουαλικής ικανοποίησης με μέσα ανήθικα ή ανεπίτρεπτα

Ισοδύναμα

26 more languages

Παραδείγματα

“Η ασέλγεια του δεν περιγράφεται.”

His lechery can't be described.

“Κατηγορείται ότι διέπραξε ασέλγεια εις βάρος ανηλίκου.”

He is accused of having committed indecent assault against a minor.

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ασέλγεια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free