Σημασία του ασέλγεια | Babel Free
aˈselʝiaΟρισμοί
συμπεριφορά που αποσκοπεί στην επίτευξη σεξουαλικής ικανοποίησης με μέσα ανήθικα ή ανεπίτρεπτα
Ισοδύναμα
Català
lascívia
Čeština
obscénnost
Ελληνικά
λαγνεία
Français
agression sexuelle
débauché
débauche
débauche
inconduite
lascivité
luxure
molestation
salacité
sexuelle
Հայերեն
բղջախոհություն
ქართული
ავხორცობა
Kiswahili
uasherati
Παραδείγματα
“Η ασέλγεια του δεν περιγράφεται.”
His lechery can't be described.
“Κατηγορείται ότι διέπραξε ασέλγεια εις βάρος ανηλίκου.”
He is accused of having committed indecent assault against a minor.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free