ασέλγεια
Ορισμοί
συμπεριφορά που αποσκοπεί στην επίτευξη σεξουαλικής ικανοποίησης με μέσα ανήθικα ή ανεπίτρεπτα
Ισοδύναμα
26 more languages
Catalàlascívia
Češtinaobscénnost
Ελληνικάλαγνεία
Հայերենբղջախոհություն
ქართულიავხორცობა
Kiswahiliuasherati
Παραδείγματα
“Η ασέλγεια του δεν περιγράφεται.”
His lechery can't be described.
“Κατηγορείται ότι διέπραξε ασέλγεια εις βάρος ανηλίκου.”
He is accused of having committed indecent assault against a minor.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free