αρχάριος
Ορισμοί
που μόλις άρχισε να μαθαίνει κάτι, πρωτόπειρος, πρωτάρης, πρωτόβγαλτος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Είμαι ακόμη αρχάριος στο σκάκι και χάνω συχνά.”
I am still a beginner at chess and lose often.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free