HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δόκιμος | Babel Free

Adjective CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. που περνά από ένα δοκιμαστικό στάδιο πριν αποκτήσει τα πλήρη προνόμια και υποχρεώσεις της θέσης του
  2. που έχει δοκιμαστεί, που έχει αποδείξει τις ικανότητές του
  3. αποδεκτός επειδή έχει χρησιμοποιηθεί από αναγνωρισμένους συγγραφείς
  4. βεβαιωμένης υποστατότητας (πχ. κόμβος που όντως διασυνδέει υπερπληροφορία [υπερκείμενα, υπερμέσα κτλ.])

Παραδείγματα

“οι δόκιμοι αξιωματικοί”
“δόκιμος μοναχός”
“δόκιμος δημόσιος υπάλληλος”
“δόκιμος συγγραφέας”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δόκιμος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course