Meaning of αρμέγω | Babel Free
/aɾˈme.ɣo/Ορισμοί
- βγάζω το γάλα από τους μαστούς της αγελάδας ή άλλου θηλυκού ζώου τραβώντας τους με τα χέρια ή χρησιμοποιώντας ειδική συσκευή
-
εκμεταλλεύομαι κάποιον, κυρίως οικονομικά figuratively
-
χουφτώνω κάποια έντονα στο στήθος figuratively
Ισοδύναμα
English
milk
Παραδείγματα
“Άρμεξα την κατσίκα”
I milked the goat
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.