HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of απόταξη | Babel Free

Noun feminine CEFR B1

Ορισμοί

  1. η απόλυση, η οριστική απομάκρυνση από το στράτευμα, αξιωματικού ή υπαξιωματικού του στρατού λόγω παραπτώματος (σε αντίθεση με την αποστράτευση)
  2. η κατάσταση που βρίσκεται ο πρώην στρατιωτικός μετά από την απόταξη

Ισοδύναμα

English cashiering

Παραδείγματα

“※ Η απόταξη του σερ Χένρυ ΜακΜάον [Sir Henry McMahon] επιβεβαίωσε την πίστη μου στη χαρακτηριστική μας ανειλικρίνεια. […]. Το μόνο πράγμα που μου έμενε ήταν να αρνηθώ τις ανταμοιβές για την ιδιότητα του πετυχημένου απατεώνα.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See απόταξη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course