Meaning of Αποκριά | Babel Free
Ορισμοί
-
η χρονική περίοδος τριών εβδομάδων πριν από την Καθαρά Δευτέρα plural-normally
- άλλη μορφή του Αποκριά
- η ημέρα πριν την έναρξη της νηστείας του Πάσχα (Κυριακή της Τυροφάγου), αποκορύφωμα των εορτών της αποκριάς, κατά την οποία επιτρέπεται η κρεοφαγία σε όσους πρόκειται να νηστέψουν κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή
- οι γιορτασμοί, τα έθιμα και οι εκδηλώσεις κατά την περίοδο αυτή
Παραδείγματα
“Η Κυριακή της Αποκριάς”
“Tις Mιγά- άντι καλέ, τις Mιγάλις Aπουκριές, τις Mιγάλις Aπουκριές που ανάβουν οι φουτιές... (*)”
“Tην τρανή, μπρέ, μπρέ, μπρέ, την Tρανή την Aπουκριά / την Tρανή την Aπουκριά π’ απουκρεύουν τα φαϊά (*)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.