Meaning of απάτη | Babel Free
/[a.ˈpa.ti]/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- παραπλανητική πράξη με σκοπό την δυσανάλογη ωφέλεια
- ποινικό αδίκημα κατά το οποίο κάποιος αποσπά ξένη περιουσία για να ωφεληθεί ο ίδιος ή τρίτοι
-
ψέμα, πλάνη figuratively
-
αυτός που κάνει απάτες, ο απατεώνας figuratively
Παραδείγματα
“μεγάλη απάτη αυτός που μας έφερες τις προάλλες”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.