Meaning of απασχολώ | Babel Free
/a.pa.sxoˈlo/Ορισμοί
- προσφέρω σε κάποιον εργασία, απασχόληση
- διακόπτω κάποιον από την ασχολία του, την εργασία του, και στρέφω την προσοχή του προς (τον κάνω να ασχοληθεί με) κάτι ξένο προς αυτήν
Παραδείγματα
“Απασχολεί σε μόνιμη βάση 15 υπαλλήλους.”
He employs 15 permanent workers.
“Μπορώ να σας απασχολήσω; Κάνουμε μία δημοσκόπηση.”
May I occupy (some of your time)? We are conducting a survey.
“απασχολεί στην επιχείρησή του πέντε υπαλλήλους”
“Μην απασχολείτε τον οδηγό”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.