HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← απασχολώ — definition

Conjugation of απασχολώ

Regular CEFR C2
a.pa.sxoˈlo

διακόπτω κάποιον από την ασχολία του, την εργασία του, και στρέφω την προσοχή του προς (τον κάνω να ασχοληθεί με) κάτι ξένο προς αυτήν Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απασχολώ
εσύ απασχολείς
αυτός / αυτή / αυτό απασχολεί
εμείς απασχολούμε
εσείς απασχολείτε
αυτοί / αυτές / αυτά απασχολούν
Παρατατικός
εγώ απασχολούσα
εσύ απασχολούσες
αυτός / αυτή / αυτό απασχολούσε
εμείς απασχολούσαμε
εσείς απασχολούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απασχολούσαν
Αόριστος
εγώ απασχόλησα
εσύ απασχόλησες
αυτός / αυτή / αυτό απασχόλησε
εμείς απασχολήσαμε
εσείς απασχολήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απασχόλησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απασχολήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απασχολήσω
εσύ απασχολήσεις
αυτός / αυτή / αυτό απασχολήσει
εμείς απασχολήσουμε
εσείς απασχολήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά απασχολήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς απασχολείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απασχόλησε
εσείς απασχολήστε
Απαρέμφατο αορίστου
απασχολήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απασχολούμαι - απασχολιέμαι
εσύ απασχολείσαι - απασχολιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό απασχολείται - απασχολιέται
εμείς απασχολούμαστε - απασχολιόμαστε
εσείς απασχολείστε - απασχολιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά απασχολούνται - απασχολιούνται
Παρατατικός
εγώ [απασχολούμουν] - απασχολιόμουν
εσύ [απασχολούσουν] - απασχολιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό απασχολούνταν
εμείς απασχολούμασταν
εσείς [απασχολούσασταν, (‑ούσαστε)] - απασχολιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά απασχολούνταν
Αόριστος
εγώ απασχολήθηκα
εσύ απασχολήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό απασχολήθηκε
εμείς απασχοληθήκαμε
εσείς απασχοληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά απασχολήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απασχοληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απασχοληθώ
εσύ απασχοληθείς
αυτός / αυτή / αυτό απασχοληθεί
εμείς απασχοληθούμε
εσείς απασχοληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά απασχοληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς απασχολείστε - απασχολιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απασχολήσου
εσείς απασχοληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
απασχοληθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary