Conjugation of απασχολώ
a.pa.sxoˈloδιακόπτω κάποιον από την ασχολία του, την εργασία του, και στρέφω την προσοχή του προς (τον κάνω να ασχοληθεί με) κάτι ξένο προς αυτήν Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απασχολώ |
| εσύ | απασχολείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | απασχολεί |
| εμείς | απασχολούμε |
| εσείς | απασχολείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απασχολούν |
Παρατατικός
| εγώ | απασχολούσα |
| εσύ | απασχολούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απασχολούσε |
| εμείς | απασχολούσαμε |
| εσείς | απασχολούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απασχολούσαν |
Αόριστος
| εγώ | απασχόλησα |
| εσύ | απασχόλησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απασχόλησε |
| εμείς | απασχολήσαμε |
| εσείς | απασχολήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απασχόλησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απασχολήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απασχολήσω |
| εσύ | απασχολήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απασχολήσει |
| εμείς | απασχολήσουμε |
| εσείς | απασχολήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απασχολήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | απασχολείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απασχόλησε |
| εσείς | απασχολήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απασχολήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απασχολούμαι - απασχολιέμαι |
| εσύ | απασχολείσαι - απασχολιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | απασχολείται - απασχολιέται |
| εμείς | απασχολούμαστε - απασχολιόμαστε |
| εσείς | απασχολείστε - απασχολιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απασχολούνται - απασχολιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | [απασχολούμουν] - απασχολιόμουν |
| εσύ | [απασχολούσουν] - απασχολιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | απασχολούνταν |
| εμείς | απασχολούμασταν |
| εσείς | [απασχολούσασταν, (‑ούσαστε)] - απασχολιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απασχολούνταν |
Αόριστος
| εγώ | απασχολήθηκα |
| εσύ | απασχολήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απασχολήθηκε |
| εμείς | απασχοληθήκαμε |
| εσείς | απασχοληθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απασχολήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απασχοληθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απασχοληθώ |
| εσύ | απασχοληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | απασχοληθεί |
| εμείς | απασχοληθούμε |
| εσείς | απασχοληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απασχοληθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | απασχολείστε - απασχολιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απασχολήσου |
| εσείς | απασχοληθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απασχοληθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.