HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ανα-

Φράση CEFR B1
a.na

Ορισμοί

  1. που δηλώνει τόπο, κατεύθυνση προς τα πάνω, ή ανώτερο στάδιο ιεραρχικά ή τοπικά
  2. άλλη μορφή του α-
  3. επιτατικό
  4. με υποκοριστική σημασία
  5. που δηλώνει επανάληψη (ξανα-, επαν-)

Ισοδύναμα

Englishre-
Españolre-
Françaisre-
18 more languages
Bosanskipre-с-
Češtinapře-znovu-
Deutschre-um-
Hrvatskipre-с-
Italianore-
日本語
Kurdîre-
Nederlandsher-re-
Portuguêsre-
Русскийвоз-
Српскиpre-с-
Svenskagen-om-re-
Українськавз-з-пере-повторнийс-
Tiếng Việttái

Παραδείγματα

ανα- (ana-) + διοργανώνω (diorganóno, “to organise”) → αναδιοργανώνω (anadiorganóno, “to reorganise”)”
ανα- (ana-) + ζητώ (zitó, “to look for”) → αναζητώ (anazitó, “to search for, to rummage”)”
ανα- (ana-) + βαπτίζω (vaptízo, “to baptise”) → αναβαπτίζω (anavaptízo, “to rebaptise”)”
ανα- (ana-) + βαστάζω (vastázo, “to carry or support”) → αναβαστάζω (anavastázo, “to hold up high”)”
“αναδύομαι, ανακρίνω”
“ανακράζω”
“ανάλαφρος”
“αναβαθμίζω”
“αναδουλειά”
“ανάπλατος”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ανα- σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free