HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανακάμπτω | Babel Free

Verb CEFR B2
/a.naˈkam.pto/

Ορισμοί

  1. κάμπτω, λυγίζω κάτι προς τα πάνω ή προς τα πίσω
    general, intransitive
  2. λυγίζω προς τα πάνω τα χέρια μου
    especially, intransitive
  3. λυγίζω προς τα πίσω τον κορμό μου
    especially, intransitive
  4. επανέρχομαι δυναμικά ύστερα από απουσία ή περίοδο ύφεσης, κάμψης, σοβαρών προβλημάτων κτλ.· ξεπερνώ τις δυσκολίες
    figuratively, formal, intransitive
  5. κάνω ώστε να ξανακολουθήσει κάτι ανοδική πορεία κατόπιν απουσίας ή ύφεσης· επαναφέρω, αναζωογονώ
    transitive

Παραδείγματα

“Η οικονομία ανέκαμψε.”

The economy has recovered.

“π.χ. Η οικονομία δεν ανέκαμψε παρά τον δανεισμό της χώρας.”
“π.χ. Tα νέα μέτρα θα ανακάμψουν την οικονομία.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανακάμπτω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course