Meaning of ανακάμπτω | Babel Free
/a.naˈkam.pto/Ορισμοί
-
κάμπτω, λυγίζω κάτι προς τα πάνω ή προς τα πίσω general, intransitive
-
λυγίζω προς τα πάνω τα χέρια μου especially, intransitive
-
λυγίζω προς τα πίσω τον κορμό μου especially, intransitive
-
επανέρχομαι δυναμικά ύστερα από απουσία ή περίοδο ύφεσης, κάμψης, σοβαρών προβλημάτων κτλ.· ξεπερνώ τις δυσκολίες figuratively, formal, intransitive
-
κάνω ώστε να ξανακολουθήσει κάτι ανοδική πορεία κατόπιν απουσίας ή ύφεσης· επαναφέρω, αναζωογονώ transitive
Παραδείγματα
“Η οικονομία ανέκαμψε.”
The economy has recovered.
“π.χ. Η οικονομία δεν ανέκαμψε παρά τον δανεισμό της χώρας.”
“π.χ. Tα νέα μέτρα θα ανακάμψουν την οικονομία.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.