Meaning of αναφαίνομαι | Babel Free
/a.naˈfe.no.me/Ορισμοί
- προκύπτει, αποκαλύπτεται, έρχεται στην επιφάνεια, ξαναφαίνεται, επανεμφανίζεται
- ξεχωρίζω, φαίνομαι, αναδύομαι, εμφανίζομαι
- ξαναφαίνομαι (για ανθρώπους) (παρωχημένο)
Παραδείγματα
“Για άλλη μια φορά αναφάνηκε αυτήν την εβδομάδα το πρόβλημα που υπάρχει με τους δύο οργανισμούς που ο ένας σκοντάφτει στις αρμοδιότητες του άλλου”
“...αναφάνηκε από το παράδειγμα της Α' Παθολογικής κλινικής ότι δεν επαρκούν οι γιατροί...”
“Και αφού αναφάνηκε σ' εμάς η Κύπρος και την εγκαταλείψαμε στ' αριστερά, πλέαμε στη...”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.