HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανακάμψει | Babel Free

Verb CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακάμπτω
  2. θα ανακάμψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανακάμπτω
  3. να ανακάμψει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακάμπτω

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανακάμψει used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course