HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανακάμπτω — definition

Conjugation of ανακάμπτω

Regular CEFR B2
a.naˈkam.pto

επανέρχομαι δυναμικά ύστερα από απουσία ή περίοδο ύφεσης, κάμψης, σοβαρών προβλημάτων κτλ.· ξεπερνώ τις δυσκολίες Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανακάμπτω
εσύ ανακάμπτεις
αυτός / αυτή / αυτό ανακάμπτει
εμείς ανακάμπτουμε
εσείς ανακάμπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακάμπτουν
Παρατατικός
εγώ ανέκαμπτα
εσύ ανέκαμπτες
αυτός / αυτή / αυτό ανέκαμπτε
εμείς ανακάμπταμε
εσείς ανακάμπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέκαμπταν
Αόριστος
εγώ ανέκαμψα
εσύ ανέκαμψες
αυτός / αυτή / αυτό ανέκαμψε
εμείς ανακάμψαμε
εσείς ανακάμψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέκαμψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακάμψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανακάμψω
εσύ ανακάμψεις
αυτός / αυτή / αυτό ανακάμψει
εμείς ανακάμψουμε
εσείς ανακάμψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακάμψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανακάμπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάκαμψε
εσείς ανακάμψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανακάμψει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary