Conjugation of ανακάμπτω
a.naˈkam.ptoεπανέρχομαι δυναμικά ύστερα από απουσία ή περίοδο ύφεσης, κάμψης, σοβαρών προβλημάτων κτλ.· ξεπερνώ τις δυσκολίες Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανακάμπτω |
| εσύ | ανακάμπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακάμπτει |
| εμείς | ανακάμπτουμε |
| εσείς | ανακάμπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακάμπτουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανέκαμπτα |
| εσύ | ανέκαμπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέκαμπτε |
| εμείς | ανακάμπταμε |
| εσείς | ανακάμπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέκαμπταν |
Αόριστος
| εγώ | ανέκαμψα |
| εσύ | ανέκαμψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέκαμψε |
| εμείς | ανακάμψαμε |
| εσείς | ανακάμψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέκαμψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανακάμψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανακάμψω |
| εσύ | ανακάμψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακάμψει |
| εμείς | ανακάμψουμε |
| εσείς | ανακάμψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακάμψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανακάμπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάκαμψε |
| εσείς | ανακάμψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανακάμψει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.