ανάδειξη
Ορισμοί
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού αναδεικνύω / αναδείχνω
- προβολή, παρουσίαση, δείξιμο, υπογράμμιση
- ανέλιξη, διάκριση
- επιλογή, εκλογή, διορισμός, αναγόρευση
Ισοδύναμα
23 more languages
Българскивъзвише́ние
Bosanskitepe
Gàidhligalp
Hrvatskitepe
Magyarkiválóság
Հայերենբարձունք
Bahasa Indonesiakeunggulan
Nederlandsuitnemendheid
Portuguêseminência
Српскиtepe
Svenskalyskraft
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free