Meaning of αμπούλα | Babel Free
/amˈbu.la/Ορισμοί
- γυάλινη μικρή φιάλη, που περιέχει (αποστειρωμένο) φάρμακο κατάλληλο για ενέσιμη χορήγηση
-
φιαλίδιο με κάποιο υγρό broadly
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.