HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αμελλητί | Babel Free

Adverb CEFR B2

Ορισμοί

  1. γρήγορα, αμέσως, δίχως αργοπορία
  2. χωρίς υπαίτια βραδύτητα

Παραδείγματα

“※ Σε δηλώσεις του μετά τις διαδοχικές συναντήσεις στη Βουλή (...) μίλησε για αναγκαιότητα λήψης, αμελλητί, μέτρων για την καταπολέμηση της ανεργίας, ιδιαίτερα των νέων. (* εφημερίδα Αυγή)”
“ο ανακριτικός υπάλληλος υποχρεούται όπως ανακοινώσει αμελλητί στον αρμόδιο εισαγγελέα αξιόποινη πράξη.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αμελλητί used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course