Meaning of ακόνη | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Ακόνης)
- το ακόνι, η ειδική πέτρα για το ακόνισμα, παλιότερα και θηγάνη ή θήγανον, "Ναξία λίθος" και ακονόπετρα
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.