Meaning of ακόνι | Babel Free
/aˈko.ni/Ορισμοί
- κάθε σκληρή πέτρα στην οποία τρίβουν την κόψη μαχαιριού ή άλλου μεταλλικού εργαλείου για να γίνει πιο κοφτερή
-
κάθε υλικό ή εργαλείο που χρησιμοποιείται για την ίδια δουλειά figuratively
Ισοδύναμα
English
Whetstone
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.