Meaning of αιθέρας | Babel Free
/eˈθeɾas/Ορισμοί
- ο ουρανός, τα ύψη
- ανδρικό όνομα
- πτητικό υγρό που χρησιμοποιείται και ως αναισθητικό
- η ουσία η οποία, θεωρητικά (δεν έχει αποδειχθεί) καταλαμβάνει το κενό διάστημα
Παραδείγματα
“Μάχες στους αιθέρες (τίτλος άρθρου στην εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ", 30 Οκτωβρίου 2007)”
“(στον πληθυντικό) τάξη οργανικών ενώσεων”
“^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.