HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αιθέρας | Babel Free

Noun masculine CEFR B1
/eˈθeɾas/

Ορισμοί

  1. ο ουρανός, τα ύψη
  2. ανδρικό όνομα
  3. πτητικό υγρό που χρησιμοποιείται και ως αναισθητικό
  4. η ουσία η οποία, θεωρητικά (δεν έχει αποδειχθεί) καταλαμβάνει το κενό διάστημα

Ισοδύναμα

English aether Ether

Παραδείγματα

“Μάχες στους αιθέρες (τίτλος άρθρου στην εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ", 30 Οκτωβρίου 2007)”
“(στον πληθυντικό) τάξη οργανικών ενώσεων”
“^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αιθέρας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course