Meaning of αγνός | Babel Free
/aˈɣnos/Ορισμοί
- που δεν έχει μέσα του κακία, υστεροβουλία ή άλλο αρνητικό χαρακτηριστικό
- παρθένος, ανόθευτος
- που δεν έχει έρθει ποτέ του σε σεξουαλική επαφή, παρθένος
Παραδείγματα
“※ τον Κρατερό τον αγαπώ σαν αδερφό μου... Είναι αγνός, λεβέντης, καλόψυχος και μαζί μ' αυτά πεισματάρης, οξύθυμος, εγωιστής κι αχρειόστομος (Σωκράτης Σίσκος, Η ταβέρνα του Κρατερού θεατρικό έργο σε τρεις πράξεις, Γ΄ βραβείο 1993 της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Θεσσαλονίκη, 2013, ISBN 978-960-9763-06-6, σελ. 24-25 http://web.ems.gr/media/Siskos_h_taverna_toy_kraterou.pdf)”
“Το μέλι από αυτόν τον παραγωγό είναι αγνό.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.