Meaning of αγιολί | Babel Free
/a.ʝoˈli/Ορισμοί
είδος σως η οποία παρασκευάζεται από σκόρδο και ελαιόλαδο, συχνά με αβγό και χυμό λεμονιού που μοιάζει με τη μαγιονέζα
Ισοδύναμα
English
aioli
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.