Meaning of αγιολόγια | Babel Free
/a.ʝi.o.loˈʝi.a/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιολόγιο accusative, nominative, plural, vocative
- κλάδος της θεολογίας που μελετά τη ζωή, το έργο και την τιμή των αγίων μέσα από την εκκλησιαστική γραμματεία και παράδοση
- άλλη μορφή του αγιολόγιο
Ισοδύναμα
English
hagiography
Παραδείγματα
“※ Η ομιλητική, η υμνογραφία και η αγιολογία συνιστούν τους σπουδαιότερους τομείς λογοτεχνικής παραγωγής αυτής της περιόδου, με κορυφαίους εκπροσώπους τον Ιωάννη Δαμασκηνό, τον Ανδρέα Κρήτης, τον Κοσμά τον Μελωδό, τον Θεόδωρο Στουδίτη, τον άγιο Κλήμεντα κ.ά., από τον κατάλογο των οποίων ωστόσο δεν θα μπορούσε να εξαιρεθεί ο σπουδαιότερος χρονογράφος της εποχής, ο περίφημος Θεοφάνης ο Ομολογητής.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.