Meaning of αγιολόγος | Babel Free
/a.ʝi.oˈlo.ɣos/Ορισμοί
-
επιστήμονας που ασχολείται με την αγιολογία rare
- εκκλησιαστικός συγγραφέας ο οποίος ασχολείται με βίους αγίων
Παραδείγματα
“※ Από την άλλη πλευρά ο Εβραίος λόγιος, ιστορικός και αγιολόγος Ιώσηπος Φλάβιος, ο οποίος κατέγραψε την ιστορία των Ιουδαίων στο βιβλίο του «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία», απέδιδε τον αποκεφαλισμό του Ιωάννη, σε περιοχή που ταυτίζεται με αυτήν της ανακάλυψης, στο φόβο του Ηρώδη πως η ολοένα και μεγαλύτερη επιρροή του στα πλήθη, πιθανότατα, να έβαζε σε κίνδυνο το θρόνο του.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.