HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του αβάς | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B1
aˈvas

Ορισμοί

  1. καθολικός ιερέας, πνευματικός πατέρας, ηγούμενος, ανώτερος μοναχός σε αβαείο
  2. ανδρικό όνομα
  3. επίσκοπος της κοπτικής, συριακής ή αιθιοπικής εκκλησίας

Ισοδύναμα

Bosanski opat
Català abat abat
Čeština abbé
Deutsch Abbé Abt
English Abbe Abbot
Esperanto abato
Español abad abate
Français Abbé
Hrvatski opat
Magyar apát
Italiano abate
Latina abbas
Nederlands abbé abt
Polski opat
Português abade abbade
Русский аббат
Slovenščina opat
Shqip abat
Српски opat
Svenska abbot

Παραδείγματα

“※ Το Καπιτουλάριο του 808 ρυθμίζει τα θέματα στρατολογίας στον αυτοκρατορικό στρατό και αναφέρει φεουδαρχικά υποτελείς επισκόπους και αβάδες (ηγούμενους) που διαθέτουν μεγάλα χαριστικά κτήματα (beneficia) (Ιστορικά, Τόμος 9, Ελευθεροτυπία, 2001, σελ. 45)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αβάς σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free