Meaning of αβασιμότητα | Babel Free
/a.va.siˈmo.ti.ta/Ορισμοί
το να είναι κάτι αβάσιμο, η ιδιότητα του αβάσιμου
formal
Ισοδύναμα
English
Groundlessness
Παραδείγματα
“※ Πανδημίες, πόλεμοι, ενεργειακή κρίση και οικονομική αβασιμότητα δεν πτοούν τους κροίσους αυτού του κόσμου.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.