Meaning of αβάσιμο | Babel Free
/aˈva.si.mo/Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αβάσιμος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αβάσιμος
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.