HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of έλικα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ˈe.li.ka/

Ορισμοί

  1. η γραμμή που γράφεται πάνω σε κύλινδρο που γυρίζει και (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε μοιάζει μ' αυτή
  2. αιτιατική ενικού του έλικας
    accusative, singular
  3. απόληξη κιονόκρανου παρόμοιου σχήματος
  4. μορφή θηλυκού για το αρσενικό έλικας
  5. ελικοειδής εξοχή στον εγκέφαλο
  6. όργανο των φυτών που τα βοηθάει στην αναρρίχηση

Ισοδύναμα

English Helix screw spiral

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See έλικα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course