Meaning of έλικα | Babel Free
/ˈe.li.ka/Ορισμοί
- η γραμμή που γράφεται πάνω σε κύλινδρο που γυρίζει και (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε μοιάζει μ' αυτή
-
αιτιατική ενικού του έλικας accusative, singular
- απόληξη κιονόκρανου παρόμοιου σχήματος
- μορφή θηλυκού για το αρσενικό έλικας
- ελικοειδής εξοχή στον εγκέφαλο
- όργανο των φυτών που τα βοηθάει στην αναρρίχηση
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.