Meaning of έλικας | Babel Free
/ˈe.li.kas/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- όργανο αεροπλάνου ή πλεούμενου, με ειδικά πτερύγια, που συμβάλλει στην προώθηση του μέσου
-
γενική ενικού του έλικα genitive, singular
- άλλη μορφή του έλικα
- για σημασίες στη γεωμετρία, βοτανική, ανατομία
Ισοδύναμα
English
Propeller
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.