HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of έγκαυμα | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈeŋ.ɡav.ma/

Ορισμοί

η βλάβη στο δέρμα και τους ιστούς που προκαλείται από τη φλόγα της φωτιάς ή και από την έκθεση σε θερμότητα ή στη δράση άλλων φυσικών παραγόντων (π.χ. του ηλεκτρισμού) ή χημικών ουσιών (π.χ. οξύ)

Ισοδύναμα

English Burn

Παραδείγματα

“υπέστη εγκαύματα τρίτου βαθμού”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See έγκαυμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course