HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άπλετος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1
/ˈa.ple.tos/

Ορισμοί

  1. άφθονος, πολύς
  2. απεριόριστος, απέραντος

Παραδείγματα

“※ «Θέματα που ρίχουν σκιές στον χώρο της Δικαιοσύνης, όπου θα έπρεπε να υπάρχει άπλετο φως», εντόπισε ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης, αρμόδιος για θέματα διαφθοράς. (* εφημερίδα Αυγή)”
“Δεν πειράζει. Έχω άπλετο χρόνο.”
“άπλετη αγάπη”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άπλετος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course