Meaning of άπλετος | Babel Free
/ˈa.ple.tos/Ορισμοί
- άφθονος, πολύς
- απεριόριστος, απέραντος
Παραδείγματα
“※ «Θέματα που ρίχουν σκιές στον χώρο της Δικαιοσύνης, όπου θα έπρεπε να υπάρχει άπλετο φως», εντόπισε ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης, αρμόδιος για θέματα διαφθοράς. (* εφημερίδα Αυγή)”
“Δεν πειράζει. Έχω άπλετο χρόνο.”
“άπλετη αγάπη”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.