Meaning of άλειμμα | Babel Free
/ˈa.li.ma/Ορισμοί
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αλείφω
-
λίπος vulgar
- ψωμί που έχει αλειφτεί για να γίνει πιο γευστικό σαν ορεκτικό
Ισοδύναμα
English
Spread
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.